Τετάρτη 27 Ιουνίου 2012

ΒΑΣΙΛΗΣ ΒΑΣΙΛΙΚΟΣ


... Ήταν βράδι. Ένα ανέπαφο βράδι του Μάη. Κι Αυτός είχε περάσει τα «σύνορα» κι ανέβαινε τώρα βιαστικός την Αποστόλου Παύλου. Η μυρωδιά της σαλκιμιάς που μοσκοβόλαγε στον αυλόγυρο της Ροτόντας τον χτύπησε έντονα στα ρουθούνια. Σταμάτησε για ένα λεπτό κι ανάσανε βαθιά, άπληστα, σαν νάθελε να χωρέσει μέσα του όλη την δροσεράδα του βραδιού, όλη την γλύκα της άνοιξης. Πρώτη φορά, ύστερα από τόσες βδομάδες ασφυξίας, ένοιωθε τις  αισθήσεις του να υπάρχουν. Σήκωσε το κεφάλι του ψηλά και κοίταξξε το μιναρέ που η κορφή του γαργαλούσε τ’ αστέρια. ...

Απόσπασμα από την τριλογία «Το Φύλλο, το Πηγάδι, το Αγγέλιασμα»

(Πορτραίτο από το Φωτ.Αρχείο: © Γιάννη Δ. Βανίδη)

ΤΗΛΕΜΑΧΟΣ ΑΛΑΒΕΡΑΣ


... Το αυτοκίνητό του διέτρεχε με μεγάλες ταχύτητες τις παράλληλες και κάθετες οδικές της αρτηρίες, αλλά δεν είχε παρά τις ίδιες καταλήξεις: Εγνατία, Κάστρα, Σέιχ-Σου, Πανόραμα, Μεγάλου Αλεξάνδρου, Σιδηροδρομικός Σταθμός, Σφαγεία, Μπαχτσέδες, κ’ ύστερα Καραμπουρνάκι, Αρετσού, Καλαμαριά, Σαράντα Εκκλησιές. Μια χούφτα πράμα. Δρόμοι, τοπωνυμίες, που θέλησαν οι κάτοικοι της πόλης να τους σημαδέψουν με περίσσια εκτίμηση.  Το στένεμα το αισθανόταν ακριβώς περισσότερο μέσα στην άνεση μιας χρονικής απλωσιάς. Νόμιζε ότι εκείνα τα βυζαντινά τείχη, που φάνταζαν ακόμη πίσω απ’ τις οικοδομές, κι ο Λευκός Πύργος κάτω στη νέα διανοιγόμενη παραλία, ήταν ένα και το αυτό, όπως το ήθελε η δύναμη του κατασκευαστή τους κ’ η ανάγκη των χρόνων που κτίστηκαν. Δεν σήμαινε τίποτα αν άλλοι άνθρωποι έκτισαν τους πύργους και τα τείχη του Επταπυργίου και άλλοι το Λευκό Πύργο χαμηλά στη θάλασσα. ...

Απόσπασμα από το αφήγημα «Οδοστρωτήρας»

(Πορτραίτο από το Φωτ.Αρχείο: © Γιάννη Δ. Βανίδη)

Τρίτη 26 Ιουνίου 2012

ΠΡΟΔΡΟΜΟΣ ΜΑΡΚΟΓΛΟΥ


Εποχή παγωμένου βαρδάρη

Εποχή δένει ανθρώπους, εποχή σκορπά συντρόφους

Βαρδάρης παγερός σαρώνει φεγγάρια
Εργοστάσια σκουπίδια και φαντάσματα
Κι εκείνος στην παλιά της φυλακής κουβέρτα
 Χωρίς επιστροφή στον οργισμένο δρόμο

Γράσα αφίσες στουπιά στα χέρια
Αγοράζουν ελπίδες δεν τον γνωρίζουν
Πορνό του Βαρδάρη σεργιανάνε πουτανάδικα σκοτεινά
Εφημερίδες μασάνε στον άδειο ουρανό

 Κόντρα  στον παγερό αέρα
Βαδίζει διαγραμμένος χωρίς πατρίδα το παλιόσκυλο
Γεμάτος αμφιβολίες βαδίζει
Προκηρύξεις ζεσταίνουν το αδύναμο στήθος του

Εποχή δένει ανθρώπους, εποχή σκορπά συντρόφους

Από τη συλλογή «Πάροδος Μοναστηρίου»

(Πορτραίτο από το Φωτ.Αρχείο: © Γιάννη Δ. Βανίδη)

ΝΙΚΟΣ ΜΠΑΚΟΛΑΣ


... Και ξημέρωσε Σεπτέμβρης, με μια θάλασσα γαλήνια, έναν ουρανό κατάλευκο, και στο βάθος μια λουρίδα με ξηρά σκουρόχρωμη, ύστερα η πόλη πιο πολύ στο άσπρο και στο καφετί, και στα δεξιά το πιο ψηλό βουνό της, που σκιαζόταν κι ήταν τώρα μαυροπράσινο, πίσω τους γαλακτερή η θάλασσα, ένα πέλαγος σχεδόν γαλήνιο και στ’ αριστερά τους πάλι τα βουνά, όπου ο Φώτης «είναι χιονισμένη η κορφή του Όλυμπου».  Και σε λίγη ώρα ήταν μες στην αγκαλιά του κόλπου, όπου άπλωνε η γης το χέρι της κι ήταν σαν να τους μηνούσε, τώρα είσαστε δικοί μου, γιατί όντως άρχισαν να φαίνονται τα σπίτια, δυο καΐκια διασχίζανε νωχελικά τη θάλασσα και πιο πέρα λάμναν δυο κουρήτες, φαίνονταν οι κωπηλάτες που αγωνίζονταν, τώρα λέγαν «να ο Λευκός Πύργος», και λαχτάρησε ο Φώτης, ένιωθε λιγούρα, ένα είδος πόνου πάνω από τη ζώνη, στα αρισττερά, και σκεφτόταν μοιάζει σαν να με τσιμπάει η καρδιά μου, και ξεσφίχτηκε. ...

Απόσπασμα από το «Η μεγάλη πλατεία»
  
(Πορτραίτο από το Φωτ.Αρχείο: © Γιάννη Δ. Βανίδη)

ΓΙΩΡΓΟΣ ΧΡΟΝΑΣ


... Πάντα όταν μπαίνω σ’ αυτή την πόλη είναι σαν να διαβάζω Παβέζε που αφήνει το Τορίνο για να με ξεναγήσει στο Μιλάνο της Ελλάδος – το έγραψα το 1984, πρώτος, μιλώντας με τον Τόλη Καζαντζή. Μια φωνή μου φωνάζει: η πόλη αυτή που περπατάς, ανόητε, είναι στο ίδιο γεωγραφικό πλάτος με τη Νέα Υόρκη! Μαύρα πουλιά πετούν πάνω από το κεφάλι μου. Κι ενώ λάμπει στα φώτα εγώ βαδίζω προς τη μεγάλη – πεσμένη από χρόνια- σκηνή του Σεχραζάτ∙ στο σκότος.. Στο Βαρδάρη. Οι τραγουδίστριες αρχίζουν στις 8.00 και τελειώνουν το πρωί. Στους γυναικείους ρόλους άντρες – πολλοί έχουν παιδιά. Ο Σαίξπηρ, ο Φασμπίντερ, η Άννα Φόνσου, η Χέλμη, κάθονται στο μπαρ. Και παραγγέλνουν ποτά. Που μεθούν. Η παράσταση αρχίζει. Κάποιος σηκώνει πρώτος το ποτήρι. Και οι άλλοι τον ακολουθούν.
            Κυρίες και κύριοι, εδώ η γη γυρίζει ανάποδα. Τα είδωλα αντιστρέφονται. Τα ινδάλματα σας εγκαταλείπουν.
            Ο αναιδής θρίαμβος αυτής της πόλης μόλις αρχίζει.

Απόσπασμα από το «Η γυάλινη σφαίρα της Θεσσαλονίκης»
  
(Πορτραίτο από το Φωτ.Αρχείο: © Γιάννη Δ. Βανίδη)

Παρασκευή 22 Ιουνίου 2012

ΠΕΤΡΟΣ ΜΠΕΣΠΑΡΗΣ


...
              Πριν φύγει από τη Θεσσαλονίκη του είχαν πει πού θα πάει, τι θα κάνει και με ποιους θα συνεργαστεί στην περιοχή που θα τον έστελναν. Οι οδηγίες του προέδρου του Φιλεκπαιδευτικού, αλλά και του  γραμματέα του Προξενείου ήταν ξεκάθαρες και σταράτες. Πριν φύγει για τη Φλώρινα πέρασε να πάρει την ευλογία του Μητροπολίτη Θεσσαλονίκης Αθανασίου και μέσα από την κρυφή υπόγεια είσοδο, την κρύπτη, που ένωνε την εκκλησία της μητρόπολης, τον άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά και το Προξενείο, τον πέρασε ο διάκος στο γραφείο του Προξένου. Καθώς περνούσε τη μισοσκότεινη κρύπτη και λίγο πριν μπει μέσα στο γραφείο ένα ρίγος τον διαπέρασε. Αναλογίστηκε το βάρος που φορτώνονταν στους νεανικούς του ώμους.
 Όταν μπήκε μέσα, είδε πίσω από το μεγάλο γραφείο τον Πρόξενο. Στάθηκε με σεβασμό απέναντί του και μαγεύτηκε. Τον άκουγε να του μιλά για αρκετή ώρα. Δεν ήταν πια ένα  απλό μάθημα, όπως στο Διδασκαλείο. Αυτός ο εκπρόσωπος του Ελληνικού Κράτους έβλεπε διαφορετικά τα πράγματα. Πριν έλθει στη Θεσσαλονίκη υπηρέτησε και στην Πόλη. Συνεργάστηκε εκεί και με τον Πατριάρχη. Ήξερε κόσμο και ντουνιά. Ήξερε όμως πάνω από όλα  να βάζει φωτιές στις καρδιές των νέων παιδιών για την Πατρίδα, για τη Θρησκεία, για τη Μακεδονία. Όση ώρα έμεινε εκεί ο Δημήτρης είδε να μπαινοβγαίνουν στα άλλα γραφεία και άλλοι νέοι, γεροδεμένοι, λεβέντες. Είδε και απλούς ανθρώπους από τα χωριά να περιμένουν να μιλήσουν σε κάποιους. Ντυμένοι με τις φορεσιές των χωριών τους φαίνονταν σαν από άλλο κόσμο εκεί μέσα. Του θύμιζαν τον πατέρα του και τους συγχωριανούς του. Όλοι αυτοί που τώρα έβλεπε  είχαν κάποιο ρόλο για τον κοινό αγώνα. Όλοι τους είχαν κάποιο πόστο. ...

Απόσπασμα από το μυθιστόρημα «Στις καλαμιές του Βάλτου»

(Πορτραίτο από το Φωτ.Αρχείο: © Γιάννη Δ. Βανίδη)

ΖΗΣΗΣ ΣΑΡΙΚΑΣ


ΙΔΙΑΙΤΕΡΟ ΜΑΘΗΜΑ

Με παρακάλεσε  η μάνα του να του κάνω ιδιαίτερο μάθημα στα αρχαία. Καθόταν σ’ ένα προνομιούχο σπίτι στην παραλία, φάτσα στο ηλιοβασίλεμα. Όλοι στην οικογένεια είχαν μοντέρνες, φιλελεύθερες ιδέες. Ήταν πολύ γλυκό παιδί, και αμέσως έδειξε πως τον είχα κερδίσει. Μια μέρα τον ρώτησα που σύχναζε. Μου ονόμασε καναδυό μαγαζιά του κέντρου – καφετερίες και παγωτατζίδικα. Του ανέφερα μια πλατεία πιο ψηλά, όπου σύχναζαν πιτσιρικάδες. «Α, εμείς δεν πάμε κατακεί» αποκρίθηκα με ύψιστη αφέλεια. «Μόνο στην παραλία και στην Τσιμισκή. Εκεί πάνε τα φρικιά και οι βλάχοι».
            Να ένα ιδιαίτερο μάθημα για μένα.

Από τη συλλογή μικρών πεζών «ΨΙΧΟΥΛΑ»

(Πορτραίτο από το Φωτ.Αρχείο: © Γιάννη Δ. Βανίδη)