Τετάρτη 5 Σεπτεμβρίου 2012

ΜΑΚΗΣ ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗΣ

 ...
                Τις ημέρες  που έχει κύμα, φύκια, σκουπίδια, τσαλιά και  φερτές ύλες, ένας μαύρος πολτός πολιορκεί την προκυμαία από τον Λευκό Πύργο μέχρι την πλατεία Ελευθερίας. Αν σταθείς στην πλατεία Αριστοτέλους, το κόσμημα του Ερνέστο Εμπράρ, θα δεις ακόμα μερικά σπίτια να σκαρφαλώνουν στα Κάστρα της Άνω Πόλης.
                Τις ημέρες του φθινοπώρου η ομίχλη κάνει μαλακό το φως του ήλιου. Διαποτίζει τα πρόσωπα και τα κτίρια με μια γλυκιά μελαγχολία. Τον χειμώνα η υγρασία σε διαπερνά μέχρι το μεδούλι. Η βροχή μουσκεύει το χώμα μέσα στο οποίο χωνεύουν ρωμαίοι εκατόνταρχοι, βυζαντινοί ησυχαστές, οθωμανοί δερβίσηδες και σεφαραδίτες Εβραίοι με τον καημό της Καστίλης. Είκοσι τρεις αιώνες ιστορίας, σ’ αυτό το σταυροδρόμι της Δύσης και της Ανατολής, που έχουν διαλυθεί σαν τις πέτρες από τα εβραϊκά μνήματα με τις οποίες χτίστηκαν σπίτια και δρόμοι.
                Μπορεί να ήταν Απρίλης του ’59 όταν, παίζοντας κάτω από τη μεγάλη μουριά, αντίκρισε τον πατέρα του να επιστρέφει από τον Αϊ-Στράτη. Δεν ξέρει ακόμη κατά που πέφτει.
...
Απόσπασμα από το μυθιστόρημα «Το όνειρο του Οδυσσέα», 2011

(Πορτραίτο από το Φωτ.Αρχείο: © Γιάννη Δ. Βανίδη)
ΒΑΣΙΛΗΣ ΠΑΠΑΣ


BLOOMSDAY

Νεόνυμφοι με γκαζοζέν στη Σαλονίκη
Ιούνιος του ’45 και δεκαέξη, επιπλέον, του μηνός.
Συνάντηση με Αυγουστή, Ηφαιστίωνα κύριο Τρουλλινό
τάπες κι εσάνς από τους Μπενφοράδο.
Bloomsday στα Λαδάδικα
να συμπληρώσω με την ευκαιρία τώρα εγώ
χίλιες σελίδες ως γνωστόν, ο κατά Τζόυς Οδυσσέας.
Για την εγχώρια
ούτε στον πρόλογο δεν είμαστε ακόμα.

Από ανέκδοτη ποιητική συλλογή

(Πορτραίτο από το Φωτ.Αρχείο: © Γιάννη Δ. Βανίδη)
ΗΛΙΑΣ ΠΑΠΑΜΟΣΧΟΣ

  
ΤΑ ΕΡΕΙΠΙΑ
...
Όταν ο φίλος μου ήταν φοιτητής, έμενε εκεί κοντά, κι εξέφρασε την επιθυμία να ξαναδεί, έστω κι απ’ έξω, το διαμέρισμά του. Ανηφορίσαμε ένα στενό δρομάκι, την οδό Στέφανου Τάττη. Ο Στέφανος Τάττης ήταν ένας μεγαλέμπορος καπνού με σημαντική κοινωνική προσφορά στην Ελληνική κοινότητα της Πόλης και γόνος του Κωνσταντίνου Τάττη, που διετέλεσε Φιλικός. Έπειτα κόψαμε αριστερά, στην οδό Κουκουφλή, για τον οποίο δεν ήξερα τίποτα. Εκεί, επί της Κουκουφλή, μου είπε πως ήταν παλιά ένα μπαρ  με κορίτσια, κι έπειτα, σηκώνοντας το κεφάλι, μου ’δειξε επί της οδού Πρασακάκη, στην οποία η Κουκουφλή κατέληγε, την πολυκατοικία και το διαμέρισμά του. Ένα στενό μπαλκονάκι είδα μόνο, η πρόσοψη του διαμερίσματος χάνονταν πίσω από ψηλά φυτά κι από μια κατεβασμένη τέντα. Μου ’πε πως απ’ το μπαλκόνι καμάκωσε μια γκόμενα, που ’χε βγει απέναντι ν’ απλώσει.
                Ο Πρασακάκης ήταν ένας μεγαλογιατρός, που, καθότι φιλεύσπλαχνος, έκανε πολλές αγαθοεργίες. Ο τρόπος που επισκεπτόταν τους ασθενείς του έμεινε παροιμιώδης. Επειδή δεν υπήρχαν αυτοκίνητα, μετέτρεψε, προσαρμόζοντας δυο καδρόνια στα πλαϊνά της, μια πολυθρόνα σε όχημα και με τη βοήθεια δύο στιβαρών χαμάληδων μετακινούνταν. Αργότερα εγκατέλειψε αυτό το ιδιότυπο μέσο και πήγαινε με άλογο.
...
Από τη συλλογή διηγημάτων ΛΕΙΨΗ ΑΡΙΘΜΗΤΙΚΗ

(Πορτραίτο από το Φωτ.Αρχείο: © Γιάννη Δ. Βανίδη)
Β. Π. ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗΣ

 
ΤΕΛΩΝΕΙΟ

Πόσο γαλήνια η θάλασσα και το τελωνείο να βουλιάζουν
στην πλήξη του μεσημεριού, ουδ’ επιβάτες μήτε φορτία
οι γλάροι απάνω στα νερά με ηλίθιες  πάπιες μοιάζουν
και σαν ψυχές πηγαινοέρχονται από ναυαγισμένα πλοία

Μπροστά στα φωτο-τζάμια στημένοι ή κι οκλαδόν
παίρνουμε πόζες στης εκκλησίας τα εξόδια σκαλοπάτια
-Τώρα που στην αιωνιότητα παίρνατε φωτο-ομαδόν
παρακαλώ μην κλίνετε στο φως του ήλιου –φλας τα μάτια

Μόνος του άπνους συλλογίζεται καθώς άλλοι τον κηδεύουν
προς αιώνος-άραγε πληρώθηκαν του τελωνείου τα τέλη
προς που με τον άρχοντα βαρκάρη πλοηγό να ταξιδεύουν
σε τόπους άχρονους όπου η νύχτα μονίμως ανατέλλει;

Κι ως οι θλιμμένες ψυχές αφήνονται σ’ αδήλωτους λειμώνες
να βόσκουν απ’ της λησμονιάς το αειθαλές χορτάρι
κι άλλοτε πάλι να μυρίζουνε τις ξηραμένες ανεμώνες
- Η φορτηγίδα Κέρβερος αποπλέει με ήπια χάρη

Από «λανθάνουσα» ποιητική συλλογή

(Πορτραίτο από το Φωτ.Αρχείο: © Γιάννη Δ. Βανίδη)
ΜΙΜΗΣ ΣΟΥΛΙΩΤΗΣ


125

Μου απλωθήκατε στον «Όμιλο» στην παραλία στη Σαλονίκη
μαλάκες που παριστάνουν τους κιμπάρηδες
και πιο πολύ απασχοληθήκατε να ξεχωρίστε το ψαχνό
παρά να γλείψετε το κόκαλο,
να το λειαίνετε σαν γλυπτό
ή να ρουφούσατε μεδούλι γλυκάρμυρο σαν ωμό αυγό.
Μασάτε λεπτεπίλεπτα, φλυαρείτε,
δεν γεύεστε σεβαστικά το πλάσμα του Θεού,
σεβαστίκογλους δεν είστε – σιάζεστε, σιάχνετε
με τεράστιες προσπάθειες  μη σταχτείτε,
πετσοκομμένοι από την πραγματικότητα,
δώσατε την αγαπηνή χρήση για την ανταλλακτική αξία,
χάσατε το δέντρο και σας ζάλισε το δάσος,
οικονομολόγηδες του πρακτικισμού,
τσογλάνικα μυαλά της Πραγματείας του Μπέρκλεϊ

Από την ποιητική συλλογή «Ήλιος στην Σκοτία»

(Πορτραίτο από το Φωτ.Αρχείο: © Γιάννη Δ. Βανίδη)

Παρασκευή 3 Αυγούστου 2012

ΧΟΝΔΡΟΣ ΚΑΤΣΙΑΝΗ


ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ, ΜΑΝΑ ΜΟΥ 
Θεσσαλονίκη, μάνα μου,
αφήνεις τα παιδιά σου,
για τροβαδούρων αγκαλιές
που ζούνε μακριά σου.
Δεν τραγουδούν για σένανε
τον ψεύτικο έρωτά τους.
Φροντίζουνε την τσέπη τους
χαϊδεύοντας τ’ αυτιά σου.
Χαμένος μες στην κίνηση
γυρεύω τον σφυγμό σου
μακριά απ’ τους νεόπλουτους
των κατηχητικών σου.
Η αγάπη χτίζει όνειρα
στης γκρίνιας το σκοτάδι
κ' είναι η σιωπή σου, μάνα μου,
το πιο γλυκό σου χάδι.
Έχεις ρυτίδες και ακμή,
φάσκεις και αντιφάσκεις,
με νοσταλγίες δεν μπορείς
να σβήσεις τις εντάσεις.
- Ό,τι είμαι το χρωστάω στη μάνα μου, είπε ο αυτιστικός. 
Από το σιντί του Δημοσιοϋπαλληλικού Ρετιρέ: Ψηφίστε το συνδυασμό ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ ΘΛΙΒΕΡΗ ΕΠΑΡΧΙΑ (2005)

(Πορτραίτο από το Φωτ.Αρχείο: © Γιάννη Δ. Βανίδη)

Τρίτη 3 Ιουλίου 2012

ΓΙΩΡΓΟΣ ΞΕΙΝΟΣ


... Τίποτα το εντυπωσιακό δεν περιλάμβαναν για κείνη την υποδοχή οι κατά καιρούς αφηγήσεις της άφιξής του στη Θεσσαλονίκη, ενώ παραστατικότατα εξιστορούσε τον κατάπλου στον Θερμαϊκό την ώρα της δύσης καθώς οι ανακλάσεις των ακτίνων του ήλιου που έγερνε προς τα Πιέρια, χρύσωναν την πόλη, που σκαλοπατιαστά αναρριχόνταν με τους κορδωμένους δίπλα στους βυζαντινούς τρούλους μιναρέδες, και τα τείχη της που βάφονταν ολοένα και πιο πορφυρά, ορθώνοντας όλο και περισσότερο το ανάστημά τους καθώς η μικρή ταρτάνα πλησίαζε όλο και πιο κοντά. Με λεπτομέρειες διηγείτο την αποβίβασή του, τους διαπληκτισμούς των βαρκάρηδων και των χαμάληδων για το ποιος θα πρωτοαρπάξει τον αποβιβαζόμενο, αλλά και την καλοσυνάτη προϋπάντηση από τον γέρο Μωΰς, που με ιδιαίτερη φροντίδα έβγαλε τις αποσκευές του από το καΐκι και με περισσή προσοχή τις τοποθέτησε στο πίσω μέρος του αραμπά δένοντάς τες σφιχτά, έτσι που ούτε καν ταρακουνήθηκαν από τους έντονους κραδασμούς κατά τη διαδρομή προς το σπίτι.
Με απίστευτη εμφαντικότητα περιέγραφε την αναπάντεχη αθλιότητα που αντίκρισαν εκείνο το απόβραδο τα μά­τια του, καθώς διέσχιζε τους λασπωμένους εδώ κι εκεί από τα απόνερα και πλημμυρισμένους από σκουπίδια δρόμους. Τους σκυθρωπούς ανθρώπους που βαδίζοντας σκυφτά ανάμεσα στα φτωχόσπιτα δεν σήκωναν το βλέμμα από κάτω παρά μόνο όταν κοιτώντας λοξά διαπίστωναν ότι κανείς δεν τους παρακολουθεί. Αυτή η απαράμιλλη κατήφεια συμπληρωνόταν από τον προπετή βηματισμό των ζαπτιέδων και των μπεκτσήδων.
Μα περισσότερο εντυπωσιακή ήταν η περιγραφή της συμφωνίας των μουεζίνηδων, που το βραδινό εζάνι τους από την κορυφή των πυκνών μιναρέδων απλωνόταν πέρα ως πέρα στην πόλη, με χρωματικές εναλλαγές εναρμόνιων και πλάγιων ήχων, σκεπάζοντας τον ουρανό της και ταράζοντας τη γαλήνη του δειλινού έτσι ώστε να μη μένει καμμιά αυταπάτη...
«Ποτέ ως τότε στη ζωή μου δεν είχα ακούσει τόσους μαζεμένους μουεζίνηδες να διαλαλούν τη μεγαλοσύνη του Αλ­λάχ, όσους εκείνο το βράδυ του Αυγούστου» επαναλάμβανε συχνότατα, όταν αναφερόταν σε κείνο το απόβραδο.

Απόσπασμα από το μυθιστορήμα «Τετράδιο Βιογραφίας»

(Πορτραίτο από το Φωτ.Αρχείο: © Γιάννη Δ. Βανίδη)