Παρασκευή 3 Αυγούστου 2012

ΧΟΝΔΡΟΣ ΚΑΤΣΙΑΝΗ


ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ, ΜΑΝΑ ΜΟΥ 
Θεσσαλονίκη, μάνα μου,
αφήνεις τα παιδιά σου,
για τροβαδούρων αγκαλιές
που ζούνε μακριά σου.
Δεν τραγουδούν για σένανε
τον ψεύτικο έρωτά τους.
Φροντίζουνε την τσέπη τους
χαϊδεύοντας τ’ αυτιά σου.
Χαμένος μες στην κίνηση
γυρεύω τον σφυγμό σου
μακριά απ’ τους νεόπλουτους
των κατηχητικών σου.
Η αγάπη χτίζει όνειρα
στης γκρίνιας το σκοτάδι
κ' είναι η σιωπή σου, μάνα μου,
το πιο γλυκό σου χάδι.
Έχεις ρυτίδες και ακμή,
φάσκεις και αντιφάσκεις,
με νοσταλγίες δεν μπορείς
να σβήσεις τις εντάσεις.
- Ό,τι είμαι το χρωστάω στη μάνα μου, είπε ο αυτιστικός. 
Από το σιντί του Δημοσιοϋπαλληλικού Ρετιρέ: Ψηφίστε το συνδυασμό ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ ΘΛΙΒΕΡΗ ΕΠΑΡΧΙΑ (2005)

(Πορτραίτο από το Φωτ.Αρχείο: © Γιάννη Δ. Βανίδη)

Τρίτη 3 Ιουλίου 2012

ΓΙΩΡΓΟΣ ΞΕΙΝΟΣ


... Τίποτα το εντυπωσιακό δεν περιλάμβαναν για κείνη την υποδοχή οι κατά καιρούς αφηγήσεις της άφιξής του στη Θεσσαλονίκη, ενώ παραστατικότατα εξιστορούσε τον κατάπλου στον Θερμαϊκό την ώρα της δύσης καθώς οι ανακλάσεις των ακτίνων του ήλιου που έγερνε προς τα Πιέρια, χρύσωναν την πόλη, που σκαλοπατιαστά αναρριχόνταν με τους κορδωμένους δίπλα στους βυζαντινούς τρούλους μιναρέδες, και τα τείχη της που βάφονταν ολοένα και πιο πορφυρά, ορθώνοντας όλο και περισσότερο το ανάστημά τους καθώς η μικρή ταρτάνα πλησίαζε όλο και πιο κοντά. Με λεπτομέρειες διηγείτο την αποβίβασή του, τους διαπληκτισμούς των βαρκάρηδων και των χαμάληδων για το ποιος θα πρωτοαρπάξει τον αποβιβαζόμενο, αλλά και την καλοσυνάτη προϋπάντηση από τον γέρο Μωΰς, που με ιδιαίτερη φροντίδα έβγαλε τις αποσκευές του από το καΐκι και με περισσή προσοχή τις τοποθέτησε στο πίσω μέρος του αραμπά δένοντάς τες σφιχτά, έτσι που ούτε καν ταρακουνήθηκαν από τους έντονους κραδασμούς κατά τη διαδρομή προς το σπίτι.
Με απίστευτη εμφαντικότητα περιέγραφε την αναπάντεχη αθλιότητα που αντίκρισαν εκείνο το απόβραδο τα μά­τια του, καθώς διέσχιζε τους λασπωμένους εδώ κι εκεί από τα απόνερα και πλημμυρισμένους από σκουπίδια δρόμους. Τους σκυθρωπούς ανθρώπους που βαδίζοντας σκυφτά ανάμεσα στα φτωχόσπιτα δεν σήκωναν το βλέμμα από κάτω παρά μόνο όταν κοιτώντας λοξά διαπίστωναν ότι κανείς δεν τους παρακολουθεί. Αυτή η απαράμιλλη κατήφεια συμπληρωνόταν από τον προπετή βηματισμό των ζαπτιέδων και των μπεκτσήδων.
Μα περισσότερο εντυπωσιακή ήταν η περιγραφή της συμφωνίας των μουεζίνηδων, που το βραδινό εζάνι τους από την κορυφή των πυκνών μιναρέδων απλωνόταν πέρα ως πέρα στην πόλη, με χρωματικές εναλλαγές εναρμόνιων και πλάγιων ήχων, σκεπάζοντας τον ουρανό της και ταράζοντας τη γαλήνη του δειλινού έτσι ώστε να μη μένει καμμιά αυταπάτη...
«Ποτέ ως τότε στη ζωή μου δεν είχα ακούσει τόσους μαζεμένους μουεζίνηδες να διαλαλούν τη μεγαλοσύνη του Αλ­λάχ, όσους εκείνο το βράδυ του Αυγούστου» επαναλάμβανε συχνότατα, όταν αναφερόταν σε κείνο το απόβραδο.

Απόσπασμα από το μυθιστορήμα «Τετράδιο Βιογραφίας»

(Πορτραίτο από το Φωτ.Αρχείο: © Γιάννη Δ. Βανίδη)

Πέμπτη 28 Ιουνίου 2012

ΚΩΣΤΑΣ ΔΕΣΠΟΙΝΙΑΔΗΣ


Οδός Δημητρίου Γούναρη (Πλατεία Ναυαρίνου)

… Στον δρόμο αυτό και στην παρακείμενη πλατεία συγκεντρώνεται ένα «πολύβουο μελίσσι» όλο τον χρόνο, πολύ περισσότερο την άνοιξη και το καλοκαίρι που ο καιρός το ευνοεί. Αναρχικοί, αριστεροί που πουλάνε την εφημερίδα της γκρούπας τους, εναλλακτικοί φοιτητές, «χύμα» κόσμος, κιθάρες, αυτοσχέδιες μουσικές, μπύρες στα πεζούλια και τα γρασίδια, έμπρακτη άρνηση της οργανωμένης διασκέδασης, μικροφωνικές ενάντια στην κρατική καταστολή, πολιτικές αφίσες γεμάτες οργή, ενίοτε και ποιητική φαντασία, πλανόδιοι μικροπωλητές, μετανάστες που πουλάνε την πραμάτεια τους απλωμένη σε χαρτόκουτα, αδέσποτα σκυλιά που παίζουν ανέμελα, γατιά που λιάζονται νωχελικά στον περίφρακτο αρχαιολογικό χώρο, αλλά και ζητιάνοι, άστεγοι, τοξικομανείς, ανθρώπινα ναυάγια, κι από κοντά χαφιέδες, μπάτσοι κι ασφαλίτες, αστυνομικοί έλεγχοι, αναίτιοι τσαμπουκάδες, και το χειρότερο όλων, φιλήσυχοι νοικοκυραίοι που ενοχλούνται από αυτή την πολυχρωμία –αν ακούσεις τις κουβέντες τους αναπόφευκτα σου έρχεται στο μυαλό το Βερολίνο του μεσοπολέμου όπως είναι αποτυπωμένο στο εξαιρετικό «Μπερλίν Αλεξάντερπλατς»– μαζί με φασίζοντες μαγαζάτορες που θεωρούν ότι οι μετανάστες τους «χαλάνε τη μόστρα» και καλούν την αστυνομία για να τους διώξει…
Συνειδητά τα τελευταία χρόνια μένω εκεί γύρω. Στην περιοχή αυτή, λοιπόν, και μεγάλο μέρος των καθημερινών μου διαδρομών, τα ραντεβού με φίλους, οι ατελείωτες συζητήσεις, τα σχέδια και οι διαφωνίες, η ενημέρωση για τις καινούργιες εκδόσεις στο μικρό αλλά απολύτως ενημερωμένο «Κεντρί» (έτσι, για να πάρω την καθημερινή μου δόση «βιβλιοεξάρτησης»), οι τυχαίες συναντήσεις με γνωστούς και οικείους, αλλά και αναπάντεχες, ενδιαφέρουσες γνωριμίες καμιά φορά.
Μ’ αρέσει το κέντρο της Θεσσαλονίκης. Εδώ νιώθω οικεία. Ανοίγεις την πόρτα σου και αναπνέεις τον ιδρώτα της πόλης. Τα προάστια βρωμάνε γεροντίλα, μικροαστισμό και παραίτηση. Το κέντρο μοσχοβολάει νιάτα, αμφισβήτηση και ζωή. Κι η Δημητρίου Γούναρη, μαζί με την πλατεία Ναυαρίνου, είναι σίγουρα η καρδιά του κέντρου.

Απόσπασμα από χρονογράφημα 

(Πορτραίτο από το Φωτ.Αρχείο: © Γιάννη Δ. Βανίδη)

Τετάρτη 27 Ιουνίου 2012

ΓΙΑΝΝΗΣ ΖΗΚΑΣ


...
Νάρθεις, λοιπόν, Θεέ μου, στην Άνω Τούμπα, στην πλαγιά της κορυφής του Χριστού. Σε ζήτησα τόσο, ρήμαξα την ανθρώπινη αγάπη για χατίρι σου, χαστούκισα τον έρωτα για τ’ όνομά σου, δεν μ’ άφησες τίποτα να χαρώ και με μαχαίρωσες αλύπητα συνηγορώντας με τον θάνατο. Μ’ έκανες κι έχασα όλους τους φίλους μου και τώρα είναι αργά, πολύ αργά για νέα συμβόλαια∙ καθένας με τον μπαλτά στην πλάτη. Δεν μου ’δωσες τίποτα, μόνο τα χτυποκάρδια και την αγωνία, την τρέλα, τον εγκέφαλο, αυτό το αναποδογυρισμένο σακάκι, για να σέρνομαι μέσα σ’ αυτό το άπειρο, σ’ αυτό το λαχείο, πλάνης και ρακένδυτος, ρακοσυλλέκτης, το ίδιο το πρόσωπο της θρησκευόμενης και αφελέστατης δημοκρατίας. Αντιφασίστας και σκέλεθρο, ένα μαγκάλι γεμάτο στάχτες, χωρίς ζεστασιά ένα κουρέλι με ουράνια δόξα. Μια αγάπη που ποτέ δεν θ’ αποδειχτεί, ποτέ δεν θα του την ανταποδώσουν. ...

Απόσπασμα από «Τα νερά»

(Πορτραίτο από το Φωτ.Αρχείο: © Γιάννη Δ. Βανίδη)

ΓΙΩΡΓΟΣ ΖΗΚΑΣ


... Τις Κυριακές που δεν πηγαίναμε στο Δελασάλ πηγαίναμε στο σινεμά. Το πρώτο έργο που είχα δει ήταν ο Κόκκινος κουρσάρος με τον Μπαρτ Λάνγκαστερ στην «Αίγλη». Θυμάμαι πολλά έργα. Το Γκαγκαντίν στον «Ορφέα», τον Ζορρό, τον Ιβανόη. Στο «Ιντεάλ» πηγαίναμε, στο «Αττικόν», στο «Πάνθεον», στο «Ίλιον», στο «Αλκαζάρ». Αυτά βέβαια ήταν λιγάκι άγρια σινεμά για μας, ειδικά το «Αττικόν», γιατί πήγαμε καναδυό φορές πιτσιρικάδες κι ήταν όλο μεγάλοι μέσα και τα έργα υποτίθεται ότι ήταν πορνό. Πορνό σήμαινε ότι δείχνανε και καμιά γάμπα, ας πούμε. Και υπήρχε ένα αγκομαχητό μέσα στην αίθουσα  και που να μπει γυναίκα μέσα να δει ταινία. Δεν γινόταν. Θα μαρτυρούσε. Αλλά παρ’ όλα αυτά υπήρχαν και κάποιες τσαούσες. Πέφταν τσαντιές, πέφταν βρισιές, είχε καβγάδες, αλλά ήταν όλα μαγικά. Καμιά φορά πηγαίναν να μας κωλομπαρέψουνε, να μας πιάσουν τα μπούταια, κι εμείς τους φτύναμε στα μούτρα.
            Ήμασταν μεγάλη παρέα και πηγαίναμε όλοι μαζί σινεμά. Κι αλοίμον σ’ όποιον μας πείταζε. ...

Απόσπασμα από το αφήγημα «Αποκλεισμένος στη Σαλονίκη»

(Πορτραίτο από το Φωτ.Αρχείο: © Γιάννη Δ. Βανίδη)

ΒΑΣΙΛΗΣ ΒΑΣΙΛΙΚΟΣ


... Ήταν βράδι. Ένα ανέπαφο βράδι του Μάη. Κι Αυτός είχε περάσει τα «σύνορα» κι ανέβαινε τώρα βιαστικός την Αποστόλου Παύλου. Η μυρωδιά της σαλκιμιάς που μοσκοβόλαγε στον αυλόγυρο της Ροτόντας τον χτύπησε έντονα στα ρουθούνια. Σταμάτησε για ένα λεπτό κι ανάσανε βαθιά, άπληστα, σαν νάθελε να χωρέσει μέσα του όλη την δροσεράδα του βραδιού, όλη την γλύκα της άνοιξης. Πρώτη φορά, ύστερα από τόσες βδομάδες ασφυξίας, ένοιωθε τις  αισθήσεις του να υπάρχουν. Σήκωσε το κεφάλι του ψηλά και κοίταξξε το μιναρέ που η κορφή του γαργαλούσε τ’ αστέρια. ...

Απόσπασμα από την τριλογία «Το Φύλλο, το Πηγάδι, το Αγγέλιασμα»

(Πορτραίτο από το Φωτ.Αρχείο: © Γιάννη Δ. Βανίδη)

ΤΗΛΕΜΑΧΟΣ ΑΛΑΒΕΡΑΣ


... Το αυτοκίνητό του διέτρεχε με μεγάλες ταχύτητες τις παράλληλες και κάθετες οδικές της αρτηρίες, αλλά δεν είχε παρά τις ίδιες καταλήξεις: Εγνατία, Κάστρα, Σέιχ-Σου, Πανόραμα, Μεγάλου Αλεξάνδρου, Σιδηροδρομικός Σταθμός, Σφαγεία, Μπαχτσέδες, κ’ ύστερα Καραμπουρνάκι, Αρετσού, Καλαμαριά, Σαράντα Εκκλησιές. Μια χούφτα πράμα. Δρόμοι, τοπωνυμίες, που θέλησαν οι κάτοικοι της πόλης να τους σημαδέψουν με περίσσια εκτίμηση.  Το στένεμα το αισθανόταν ακριβώς περισσότερο μέσα στην άνεση μιας χρονικής απλωσιάς. Νόμιζε ότι εκείνα τα βυζαντινά τείχη, που φάνταζαν ακόμη πίσω απ’ τις οικοδομές, κι ο Λευκός Πύργος κάτω στη νέα διανοιγόμενη παραλία, ήταν ένα και το αυτό, όπως το ήθελε η δύναμη του κατασκευαστή τους κ’ η ανάγκη των χρόνων που κτίστηκαν. Δεν σήμαινε τίποτα αν άλλοι άνθρωποι έκτισαν τους πύργους και τα τείχη του Επταπυργίου και άλλοι το Λευκό Πύργο χαμηλά στη θάλασσα. ...

Απόσπασμα από το αφήγημα «Οδοστρωτήρας»

(Πορτραίτο από το Φωτ.Αρχείο: © Γιάννη Δ. Βανίδη)