Πέμπτη 28 Ιουνίου 2012

ΚΩΣΤΑΣ ΔΕΣΠΟΙΝΙΑΔΗΣ


Οδός Δημητρίου Γούναρη (Πλατεία Ναυαρίνου)

… Στον δρόμο αυτό και στην παρακείμενη πλατεία συγκεντρώνεται ένα «πολύβουο μελίσσι» όλο τον χρόνο, πολύ περισσότερο την άνοιξη και το καλοκαίρι που ο καιρός το ευνοεί. Αναρχικοί, αριστεροί που πουλάνε την εφημερίδα της γκρούπας τους, εναλλακτικοί φοιτητές, «χύμα» κόσμος, κιθάρες, αυτοσχέδιες μουσικές, μπύρες στα πεζούλια και τα γρασίδια, έμπρακτη άρνηση της οργανωμένης διασκέδασης, μικροφωνικές ενάντια στην κρατική καταστολή, πολιτικές αφίσες γεμάτες οργή, ενίοτε και ποιητική φαντασία, πλανόδιοι μικροπωλητές, μετανάστες που πουλάνε την πραμάτεια τους απλωμένη σε χαρτόκουτα, αδέσποτα σκυλιά που παίζουν ανέμελα, γατιά που λιάζονται νωχελικά στον περίφρακτο αρχαιολογικό χώρο, αλλά και ζητιάνοι, άστεγοι, τοξικομανείς, ανθρώπινα ναυάγια, κι από κοντά χαφιέδες, μπάτσοι κι ασφαλίτες, αστυνομικοί έλεγχοι, αναίτιοι τσαμπουκάδες, και το χειρότερο όλων, φιλήσυχοι νοικοκυραίοι που ενοχλούνται από αυτή την πολυχρωμία –αν ακούσεις τις κουβέντες τους αναπόφευκτα σου έρχεται στο μυαλό το Βερολίνο του μεσοπολέμου όπως είναι αποτυπωμένο στο εξαιρετικό «Μπερλίν Αλεξάντερπλατς»– μαζί με φασίζοντες μαγαζάτορες που θεωρούν ότι οι μετανάστες τους «χαλάνε τη μόστρα» και καλούν την αστυνομία για να τους διώξει…
Συνειδητά τα τελευταία χρόνια μένω εκεί γύρω. Στην περιοχή αυτή, λοιπόν, και μεγάλο μέρος των καθημερινών μου διαδρομών, τα ραντεβού με φίλους, οι ατελείωτες συζητήσεις, τα σχέδια και οι διαφωνίες, η ενημέρωση για τις καινούργιες εκδόσεις στο μικρό αλλά απολύτως ενημερωμένο «Κεντρί» (έτσι, για να πάρω την καθημερινή μου δόση «βιβλιοεξάρτησης»), οι τυχαίες συναντήσεις με γνωστούς και οικείους, αλλά και αναπάντεχες, ενδιαφέρουσες γνωριμίες καμιά φορά.
Μ’ αρέσει το κέντρο της Θεσσαλονίκης. Εδώ νιώθω οικεία. Ανοίγεις την πόρτα σου και αναπνέεις τον ιδρώτα της πόλης. Τα προάστια βρωμάνε γεροντίλα, μικροαστισμό και παραίτηση. Το κέντρο μοσχοβολάει νιάτα, αμφισβήτηση και ζωή. Κι η Δημητρίου Γούναρη, μαζί με την πλατεία Ναυαρίνου, είναι σίγουρα η καρδιά του κέντρου.

Απόσπασμα από χρονογράφημα 

(Πορτραίτο από το Φωτ.Αρχείο: © Γιάννη Δ. Βανίδη)

Τετάρτη 27 Ιουνίου 2012

ΓΙΑΝΝΗΣ ΖΗΚΑΣ


...
Νάρθεις, λοιπόν, Θεέ μου, στην Άνω Τούμπα, στην πλαγιά της κορυφής του Χριστού. Σε ζήτησα τόσο, ρήμαξα την ανθρώπινη αγάπη για χατίρι σου, χαστούκισα τον έρωτα για τ’ όνομά σου, δεν μ’ άφησες τίποτα να χαρώ και με μαχαίρωσες αλύπητα συνηγορώντας με τον θάνατο. Μ’ έκανες κι έχασα όλους τους φίλους μου και τώρα είναι αργά, πολύ αργά για νέα συμβόλαια∙ καθένας με τον μπαλτά στην πλάτη. Δεν μου ’δωσες τίποτα, μόνο τα χτυποκάρδια και την αγωνία, την τρέλα, τον εγκέφαλο, αυτό το αναποδογυρισμένο σακάκι, για να σέρνομαι μέσα σ’ αυτό το άπειρο, σ’ αυτό το λαχείο, πλάνης και ρακένδυτος, ρακοσυλλέκτης, το ίδιο το πρόσωπο της θρησκευόμενης και αφελέστατης δημοκρατίας. Αντιφασίστας και σκέλεθρο, ένα μαγκάλι γεμάτο στάχτες, χωρίς ζεστασιά ένα κουρέλι με ουράνια δόξα. Μια αγάπη που ποτέ δεν θ’ αποδειχτεί, ποτέ δεν θα του την ανταποδώσουν. ...

Απόσπασμα από «Τα νερά»

(Πορτραίτο από το Φωτ.Αρχείο: © Γιάννη Δ. Βανίδη)

ΓΙΩΡΓΟΣ ΖΗΚΑΣ


... Τις Κυριακές που δεν πηγαίναμε στο Δελασάλ πηγαίναμε στο σινεμά. Το πρώτο έργο που είχα δει ήταν ο Κόκκινος κουρσάρος με τον Μπαρτ Λάνγκαστερ στην «Αίγλη». Θυμάμαι πολλά έργα. Το Γκαγκαντίν στον «Ορφέα», τον Ζορρό, τον Ιβανόη. Στο «Ιντεάλ» πηγαίναμε, στο «Αττικόν», στο «Πάνθεον», στο «Ίλιον», στο «Αλκαζάρ». Αυτά βέβαια ήταν λιγάκι άγρια σινεμά για μας, ειδικά το «Αττικόν», γιατί πήγαμε καναδυό φορές πιτσιρικάδες κι ήταν όλο μεγάλοι μέσα και τα έργα υποτίθεται ότι ήταν πορνό. Πορνό σήμαινε ότι δείχνανε και καμιά γάμπα, ας πούμε. Και υπήρχε ένα αγκομαχητό μέσα στην αίθουσα  και που να μπει γυναίκα μέσα να δει ταινία. Δεν γινόταν. Θα μαρτυρούσε. Αλλά παρ’ όλα αυτά υπήρχαν και κάποιες τσαούσες. Πέφταν τσαντιές, πέφταν βρισιές, είχε καβγάδες, αλλά ήταν όλα μαγικά. Καμιά φορά πηγαίναν να μας κωλομπαρέψουνε, να μας πιάσουν τα μπούταια, κι εμείς τους φτύναμε στα μούτρα.
            Ήμασταν μεγάλη παρέα και πηγαίναμε όλοι μαζί σινεμά. Κι αλοίμον σ’ όποιον μας πείταζε. ...

Απόσπασμα από το αφήγημα «Αποκλεισμένος στη Σαλονίκη»

(Πορτραίτο από το Φωτ.Αρχείο: © Γιάννη Δ. Βανίδη)

ΒΑΣΙΛΗΣ ΒΑΣΙΛΙΚΟΣ


... Ήταν βράδι. Ένα ανέπαφο βράδι του Μάη. Κι Αυτός είχε περάσει τα «σύνορα» κι ανέβαινε τώρα βιαστικός την Αποστόλου Παύλου. Η μυρωδιά της σαλκιμιάς που μοσκοβόλαγε στον αυλόγυρο της Ροτόντας τον χτύπησε έντονα στα ρουθούνια. Σταμάτησε για ένα λεπτό κι ανάσανε βαθιά, άπληστα, σαν νάθελε να χωρέσει μέσα του όλη την δροσεράδα του βραδιού, όλη την γλύκα της άνοιξης. Πρώτη φορά, ύστερα από τόσες βδομάδες ασφυξίας, ένοιωθε τις  αισθήσεις του να υπάρχουν. Σήκωσε το κεφάλι του ψηλά και κοίταξξε το μιναρέ που η κορφή του γαργαλούσε τ’ αστέρια. ...

Απόσπασμα από την τριλογία «Το Φύλλο, το Πηγάδι, το Αγγέλιασμα»

(Πορτραίτο από το Φωτ.Αρχείο: © Γιάννη Δ. Βανίδη)

ΤΗΛΕΜΑΧΟΣ ΑΛΑΒΕΡΑΣ


... Το αυτοκίνητό του διέτρεχε με μεγάλες ταχύτητες τις παράλληλες και κάθετες οδικές της αρτηρίες, αλλά δεν είχε παρά τις ίδιες καταλήξεις: Εγνατία, Κάστρα, Σέιχ-Σου, Πανόραμα, Μεγάλου Αλεξάνδρου, Σιδηροδρομικός Σταθμός, Σφαγεία, Μπαχτσέδες, κ’ ύστερα Καραμπουρνάκι, Αρετσού, Καλαμαριά, Σαράντα Εκκλησιές. Μια χούφτα πράμα. Δρόμοι, τοπωνυμίες, που θέλησαν οι κάτοικοι της πόλης να τους σημαδέψουν με περίσσια εκτίμηση.  Το στένεμα το αισθανόταν ακριβώς περισσότερο μέσα στην άνεση μιας χρονικής απλωσιάς. Νόμιζε ότι εκείνα τα βυζαντινά τείχη, που φάνταζαν ακόμη πίσω απ’ τις οικοδομές, κι ο Λευκός Πύργος κάτω στη νέα διανοιγόμενη παραλία, ήταν ένα και το αυτό, όπως το ήθελε η δύναμη του κατασκευαστή τους κ’ η ανάγκη των χρόνων που κτίστηκαν. Δεν σήμαινε τίποτα αν άλλοι άνθρωποι έκτισαν τους πύργους και τα τείχη του Επταπυργίου και άλλοι το Λευκό Πύργο χαμηλά στη θάλασσα. ...

Απόσπασμα από το αφήγημα «Οδοστρωτήρας»

(Πορτραίτο από το Φωτ.Αρχείο: © Γιάννη Δ. Βανίδη)

Τρίτη 26 Ιουνίου 2012

ΠΡΟΔΡΟΜΟΣ ΜΑΡΚΟΓΛΟΥ


Εποχή παγωμένου βαρδάρη

Εποχή δένει ανθρώπους, εποχή σκορπά συντρόφους

Βαρδάρης παγερός σαρώνει φεγγάρια
Εργοστάσια σκουπίδια και φαντάσματα
Κι εκείνος στην παλιά της φυλακής κουβέρτα
 Χωρίς επιστροφή στον οργισμένο δρόμο

Γράσα αφίσες στουπιά στα χέρια
Αγοράζουν ελπίδες δεν τον γνωρίζουν
Πορνό του Βαρδάρη σεργιανάνε πουτανάδικα σκοτεινά
Εφημερίδες μασάνε στον άδειο ουρανό

 Κόντρα  στον παγερό αέρα
Βαδίζει διαγραμμένος χωρίς πατρίδα το παλιόσκυλο
Γεμάτος αμφιβολίες βαδίζει
Προκηρύξεις ζεσταίνουν το αδύναμο στήθος του

Εποχή δένει ανθρώπους, εποχή σκορπά συντρόφους

Από τη συλλογή «Πάροδος Μοναστηρίου»

(Πορτραίτο από το Φωτ.Αρχείο: © Γιάννη Δ. Βανίδη)

ΝΙΚΟΣ ΜΠΑΚΟΛΑΣ


... Και ξημέρωσε Σεπτέμβρης, με μια θάλασσα γαλήνια, έναν ουρανό κατάλευκο, και στο βάθος μια λουρίδα με ξηρά σκουρόχρωμη, ύστερα η πόλη πιο πολύ στο άσπρο και στο καφετί, και στα δεξιά το πιο ψηλό βουνό της, που σκιαζόταν κι ήταν τώρα μαυροπράσινο, πίσω τους γαλακτερή η θάλασσα, ένα πέλαγος σχεδόν γαλήνιο και στ’ αριστερά τους πάλι τα βουνά, όπου ο Φώτης «είναι χιονισμένη η κορφή του Όλυμπου».  Και σε λίγη ώρα ήταν μες στην αγκαλιά του κόλπου, όπου άπλωνε η γης το χέρι της κι ήταν σαν να τους μηνούσε, τώρα είσαστε δικοί μου, γιατί όντως άρχισαν να φαίνονται τα σπίτια, δυο καΐκια διασχίζανε νωχελικά τη θάλασσα και πιο πέρα λάμναν δυο κουρήτες, φαίνονταν οι κωπηλάτες που αγωνίζονταν, τώρα λέγαν «να ο Λευκός Πύργος», και λαχτάρησε ο Φώτης, ένιωθε λιγούρα, ένα είδος πόνου πάνω από τη ζώνη, στα αρισττερά, και σκεφτόταν μοιάζει σαν να με τσιμπάει η καρδιά μου, και ξεσφίχτηκε. ...

Απόσπασμα από το «Η μεγάλη πλατεία»
  
(Πορτραίτο από το Φωτ.Αρχείο: © Γιάννη Δ. Βανίδη)