Δευτέρα, 28 Μαΐου 2012

ΚΩΣΤΑΣ ΕΜΜΑΝΟΥΗΛΙΔΗΣ


… 8.45'.02''.08. Ο εκφωνητής είπε: "...μετά...", αλλά το πουλάκι δεν τον άκουσε και εξήλθε για δέκατη φορά. Εγώ δε, προσπερνώντας την Κολόμβου, αντίκριζα το τεράστιο χολιγουντιανό γοβάκι με το λασβέγκας φωτισμό και τις περίεργες αντανακλάσεις στην απέναντι, την κλειστή είσοδο του Αλκαζάρ. Αυτή την είσοδο πέρασε και η γιαγιά, όταν είχε έρθει απ΄ το χωριό, για να τη δουν οι γιατροί. Πήγε με τον εγγονό της -τριτοετής φοιτητής τότε, με φοιτήτρια κόρη τώρα-, για να παρακολουθήσουν τα πάθη του Χριστού. ΄Οταν μπήκαν, η ταινία βρισκόταν ήδη στα μισά και στο αποκορύφωμά της. Ο Χριστός κουβαλούσε στην πλάτη του μισό κυβικό ξυλεία, στο κεφάλι έφερε ακάνθινο στεφάνι με δυσεύρετα αγκάθια, ενώ κάποιος μανιακός τον μαστιγοκοπούσε ανηλεώς. Η γιαγιά ταράχτηκε και αντέδρασε άμεσα: "Να κουλαθεί το ξερό σ΄, μπρε!" Ο φοιτητής καταντράπηκε και ήταν ν΄ ανοίξει η γη να τον καταπιεί, αλλά δεν άνοιξε. Περιορίστηκε να της πει πως όλα αυτά ήταν ψεύτικα κατασκευάσματα του σινεμά και πως θα γίνονταν ρεζίλι στον κόσμο. Τότε η γιαγιά γύρισε το αναψοκοκκινισμένο κεφάλι της προς τον εγγονό και του είπε: "Κασαβέτ. Τι χολοσκάς; Σάματι θα μας ξαναδιούν;" Φεύγοντας, έφαγαν κι έναν μπαμπά στου Χατζή, για να συνέλθει η γιαγιά. ...
Από το διήγημα «Oκτώμισι και τέταρτο»
(Πορτραίτο από το Φωτ.Αρχείο: © Γιάννη Δ. Βανίδη)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου