Τρίτη, 5 Ιουνίου 2012

ΝΙΚΟΣ ΚΟΚΑΝΤΖΗΣ


... Γιατί, μ’ εκείνη την απίστευτη και περήφανη μοιρολατρία της φυλής τους, η οικογένειά της θα προτιμούσε και τότε να χαθούνε όλοι μαζί παρά να την αφήσουνε πίσω τους.   Όταν οι πρώτες φήμες γίνανε βεβαιότητα για την επικείμενη συγκέντρωση και αποστολή των Εβραίων στα στρατόπεδα συγκεντρώσεως, ο πατέρας είχε προτείνει στον Τζακ να την κρύψουμε την Τζιοκόντα όταν εκείνοι θα ’πρεπε να φύγουνε, να την κρατήσουμε για όσο θα χρειαζότανε – κι υπήρχανε αρκετές ελπίδες να μη μας πιάσουνε. Μα ο πατέρας της και η μητέρα της, αν και βαθιά συγκινημένοι για την προσφορά μας, είχανε αρνηθεί χωρίς συζήτηση να χωρίσουνε απ’  αυτήν. Κι όταν εγώ της ζήτησα να μην τους υπακούσει και να μείνει μαζί μας, έστω και παρά τη θέλησή τους, όταν την παρακάλεσα και την ικέτεψα, όταν της είπα ότι δεν είχε το δικαίωμα να θυσιάσει τη ζωή της και την αγάπη μας και τα όνειρά μας, μου απάντησε ήσυχα και με μια γαλήνη θανάτου πως ναι, δε θα ’χε κανένα νόημα η ύπαρξή της μακριά μου, παρά μόνο για τις αναμνήσεις που θα ’παιρνε μαζί της, μόνο για τον έρωτα που θα εξακολουθούσε να κουβαλάει μέσα της – αλλά της ήτανε αδύνατο ν’  αφήσει τους γονείς της και τ’  αδέλφια της να τραβήξουνε στη μοίρα τους κι αυτή να μείνει πίσω για να σώσει τον εαυτό της. Στα μάτια της υπήρχε όλος ο πόνος κι η απελπισία του κόσμου μα η φωνή της ήτανε τόσο ήρεμη κι αποφασιστική που ήξερα ότι βρισκόμουνα πρόσωπο με πρόσωπο με το ίδιο το πεπρωμένο κι ούτε αυτή η ζωή μου δε θα μπορούσε ν’  αλλάξει το παραμικρό.

Απόσπασμα από το μυθιστόρημα «Τζιοκόντα»
(Πορτραίτο από το Φωτ.Αρχείο: © Γιάννη Δ. Βανίδη)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου