Τετάρτη, 6 Ιουνίου 2012

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΠΑΣΤΟΥΡΜΑΤΖΗΣ


ο γενναίος που δεν είμαι 

Ήταν ένα ακόμη από εκείνα τα υγρά, καυτά μεσημέρια του Αυγούστου, με τη ζέστη να κολλάει επάνω σου και να σε τυλίγει ολόκληρο σαν ένα δεύτερο δέρμα.
Από ψηλά, έτσι όπως καθόμουν στο στενό κεφαλόσκαλο, δίπλα στη βαριά σιδερένια πόρτα του θαλάμου, τα μικροσκοπικά προαύλια, κυκλωμένα από τα τεράστια τείχη, έμοιαζαν με τον πάτο ενός ξεχασμένου στη φωτιά τηγανιού.
Τίποτα δεν σάλευε. Τα μισόγυμνα κορμιά των κρατουμένων που λιάζονταν
ξαπλωμένοι στο τσιμέντο, ήταν ακίνητα σαν νεκρά. Οι λιγοστοί ήχοι πνίγονταν χωρίς να καταφέρνουν να διαπεράσουν το αόρατο φράγμα της αποχαυνωτικής ζέστης, που λες και είχε καθίσει πάνω από το κάστρο-φυλακή σαν μια πρόσθετη τιμωρία για τους τροφίμους του.
Οι δίδυμοι, μακρόστενοι θάλαμοι, χτισμένοι ο ένας πάνω στον άλλο με την πλάτη στην εσωτερική πλευρά των τειχών, μοιάζανε και ήταν το μόνο καταφύγιο αλλά ελάχιστοι τους προτιμούσαν.
Κοίταξα ψηλά τον κίτρινο ουρανό και έκλεισα τα μάτια αναποφάσιστος για το αν θα κοιμόμουν επιτόπου ή αν θα σερνόμουν μέχρι το κρεβάτι μου· τότε, τραβώντας με, ο Μιχάλης με σήκωσε να φάμε. Ο θάλαμος ήταν σχεδόν άδειος. Η μοναδική ίσως ώρα που μπορούσες να είσαι κάπως μόνος ή ανάμεσα στα πενήντα τόσα κρεβάτια και να νοιώσεις την πιο παράξενη μοναξιά, σ' έναν χώρο στοιχειωμένο από τη συνεχή παρουσία φυλακισμένων ψυχών εδώ και δεκάδες χρόνια. …

Από τη συλλογή διηγημάτων «Ο Γενναίος που δεν είμαι»
(Πορτραίτο από το Φωτ.Αρχείο: © Γιάννη Δ. Βανίδη)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου